Στο κέντρο του οικισμού, σε περίοπτη θέση, θεμελιωμένος πάνω σε απότομο βράχο, βρίσκεται ο ερειπωμένος σήμερα βυζαντινός ναός του Αγίου Δημητρίου.

 

Πρόκειται για μονόχωρο δρομικό ναό με νάρθηκα, από τον οποίο σήμερα σώζεται η αψίδα και οι πλάγιοι τοίχοι του ναού, περίπου μέχρι τη γένεση του θόλου, και οι τοίχοι του νάρθηκα ως το μέσο περίπου του αρχικού ύψους τους. Τα ερείπια στερεώθηκαν από την Αρχαιολογική Υπηρεσία / 8η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων τη δεκαετία του 1990.

 

Ο ναός στεγαζόταν πιθανότατα με ημικυκλική καμάρα την οποία στήριζαν τρία σφενδόνια (τόξα), από τα οποία σώζονται στο εσωτερικό του ναού μόνον οι παραστάδες. Ίχνη της καμάρας διακρίνονται στη βορειοδυτική και στη νοτιοανατολική γωνιά του ναού.

 

Η μεγάλη αψίδα καταλαμβάνει όλο το πλάτος του ναού. Εξωτερικά, στο ανώτερο τμήμα της, ανοίγονται επτά διπλά αβαθή αψιδώματα. Από τέσσερα αψιδώματα ανοίγονται εξωτερικά στο βόρειο και νότιο τοίχο του κυρίως ναού.

 

Ο ναός έχει δύο εισόδους, στο νότιο και το δυτικό τοίχο του νάρθηκα, ο οποίος επικοινωνεί με τον κυρίως ναό με μια κεντρική θύρα, πάνω από την οποία υπήρχε ανακουφιστικό τόξο. Φωτιζόταν με έξι μικρά μονόλοβα παράθυρα, με πλίνθινα τόξα.

 

Το κατώτερο τμήμα των τοίχων του ναού, ο νάρθηκας και ο διαχωριστικός τοίχος ανάμεσα στο νάρθηκα και στο ναό είναι χτισμένα με αδρά δουλεμένους λίθους σε οριζόντιες σειρές. Αμελέστερη είναι η τοιχοποιία στα κατώτερα τμήματα του μνημείου και στη βάση της αψίδας. Στα ανώτερα τμήματα, από το σημείο γένεσης των αψιδωμάτων και πάνω, στη λιθοδομή παρεμβάλλονται κατά διαστήματα διπλές οριζόντιες ζώνες πλίνθων ενώ από επεξεργασμένο πωρόλιθο, με την παρεμβολή πλίνθινων ζωνών είναι χτισμένα ο κύλινδρος και το τεταρτοσφαίριο της αψίδας. Ελάχιστος κεραμοπλαστικός διάκοσμος διατηρείται στο ανατολικό τμήμα του ναού. Οδοντωτή ταινία περιέτρεχε τα τόξα των αψιδωμάτων και το γείσο της αψίδας, ενώ στο τύμπανο του κεντρικού αψιδώματος διακρίνεται πλίνθινος σταυρός. Πλίνθινα τόξα, μονά ή διπλά κοσμούσαν τα παράθυρα.

 

Στο εσωτερικό της αψίδας ανοίγονται τέσσερις ημικυκλικές κόγχες, ανά δύο στην κάθε πλευρά, οι οποίες χρησίμευαν ως πρόθεση και διακονικό. Εντύπωση προκαλεί ο μεγάλος αριθμός αγγείων που έχουν εντοιχιστεί στο ανατολικό τμήμα του ναού και τα οποία συντελούσαν στην καλύτερη ακουστική του χώρου κατά τη διάρκεια της λειτουργίας. Δύο μεγάλες κόγχες υπάρχουν ανάμεσα στις δύο ανατολικές παραστάδες του ναού, ενώ μια ακόμα ορθογώνια κόγχη εντοπίζεται στο νότιο τοίχο του νάρθηκα. Ο ναός αρχικά έφερε τοιχογραφικό διάκοσμο από τις οποίες διατηρούνται ελάχιστα ίχνη στο ανατολικό τμήμα του.

 

Ο Άγγλος βυζαντινολόγος Donald Νicol, ο κυριότερος μελετητής των μνημείων της Μολυβοσκεπάστου, ο οποίος πρώτος δημοσίευσε το ναό, τον τοποθετεί χρονολογικά στον 11ο αιώνα, ωστόσο, η τόσο πρώιμη χρονολόγηση του μνημείου έχει αμφισβητηθεί από νεότερους ερευνητές που χρονολογούν το μνημείο στα χρόνια του Δεσποτάτου.

Copyright © 2011 - 2015

Code & Design: