
ΙΣΤΟΡΙΑ
Έδρα της Ιστορικής Αρχιεπισκοπής Πωγωνιανής, η Μολυβδοσκέπαστος (Διπαλίτσα) αποτελεί για αιώνες Διοικητικό, Πνευματικό, Εκκλησιαστικό και Εμπορικό Κέντρο. Η Σχολή Χειρογράφων της Ιεράς Μονής Μολυβδοσκεπάστου, η μεγάλη Εμποροπανήγυρις που το 1792 μεταφέρθηκε στα Ιωάννινα, η ανάπτυξη του εμπορίου και της Βιοτεχνίας, όπως αυτή αναφέρεται από τους περιηγητές και ιστοριογράφους, τα μοναστήρια με τα μετόχια τους, ιδιαίτερα στις παραδουνάβιες Ηγεμονίες και τα πολλά σωζόμενα μνημεία, είναι μόνον μερικά στοιχεία δηλωτικά της ιστορικότητας και σημαντικότητας αυτού του τόπου.
Αιώνες τώρα με πείσμα αυτός ο τόπος αντιστέκεται στη φθορά του χρόνου, τις καταστροφές και τις λεηλασίες από πολέμους και κατακτητές. Οι κάτοικοι με τους αγώνες τους κατορθώνουν να περισώσουν μνήμες και μνημεία, έθιμα και παραδόσεις και να κρατήσουν τον τόπο τους μια ζωντανή έπαλξη. Δεν είναι τυχαίο ότι και σήμερα οι Μολυβδοσκεπαστινοί εμπνεόμενοι από το ζωηφόρο παρελθόν τους κάνουν τη δική τους προσπάθεια για την ανάδειξη της ιστορικότητας των μνημείων, την διατήρηση και προβολή των παραδόσεων και των εθίμων.
Βυζαντινά Χρόνια
Η ιστορία της Μολυβδοσκέπαστης αρχίζει από τα βάθη των βυζαντινών χρόνων. Με το όνομα «Διπαλίτσα» υπήρξε πρωτεύουσα του Βυζαντινού Πωγωνίου και σύνδεσμος των πόλεων του Βυζαντίου από την Κωνσταντινούπολη προς τη Ρώμη και από το Νότο προς τις χώρες τις Βλαχίας. Αυτή η γεωγραφική θέση έμελλε να αναδείξει την περιοχή σε μεγάλο πνευματικό, θρησκευτικό, εμπορικό και στρατιωτικό κέντρο με έδρα Αρχιεπισκοπής, Δήμου με το μεγαλύτερο «παζάρι» της Ηπείρου.
Πολύτιμες ιστορικές μαρτυρίες σώζονται στις κτητορικές επιγραφές των Εκκλησιών και των Μοναστηριών αλλά και στα ιστορικά Αρχεία πνευματικών ιδρυμάτων (Βενετία, Κωνσταντινούπολη, Βουκουρέστι, Άγιο Όρος κ.λ.π.). Η Παράδοση φέρει τον Κωνσταντίνο Πωγωνάτο, Αυτοκράτορα του Βυζαντίου (668-673 μ.Χ.) να στρατοπεδεύει στην περιοχή επιστρέφοντας από εκστρατεία στη Σικελία. Εκεί κτίζει την Ιερά Μονή Κοίμησης της Θεοτόκου και με διάταγμα ιδρύει την Αρχιεπισκοπή Πωγωνιανής.
Η Μονή της Μολυβδοσκέπαστης, όπως καθιερώθηκε να λέγεται επειδή η στέγη της ήταν από μολυβένιες πλάκες, διασώθηκε και λειτουργεί ως τα σήμερα, δείχνοντας την αδιάσπαστη ζωή και πορεία του τόπου, παρά το πέρασμα αιώνων.
Μαζί με τον Καθεδρικό Ναό των Αγίων Αποστόλων (κτίσμα του 12ου – 13ου αιώνα) όπου μεταφέρθηκε η έδρα της Αρχιεπισκοπής, αποτελούν τα πλέον τουριστικά ενδιαφέροντα της ευρύτερης περιοχής.
Νεότερη Ιστορία
Στους αιώνες που ακολούθησαν στη Διπαλίτσα αναπτύσσονται τα γράμματα, οι τέχνες και το εμπόριο με τις Χώρες της Βλαχίας. Στη Μονή λειτουργεί Σχολή Χειρογράφων. Το «παζάρι», το μεγαλύτερο της Ηπείρου, ρυθμίζει την οικονομική ζωή του τόπου. Κτίζονται μεγάλες Εκκλησίες και Μοναστήρια, και αναπτύσσονται η Γεωργία, η Κτηνοτροφία, η Βυρσοδεψία (Ταφοδεψία), Κεραμουργία, Συροτροφία, Αμπελουργία και πολλά άλλα επαγγέλματα.
Η Διπαλίτσα καταστράφηκε ολοκληρωτικά περί το 1675. Βρέθηκε μέσα στη δείνη της διαμάχης δύο Τουρκαλβανικών Φυλών (Λαλιάτες – Καραμουρατάτες) και στην προσπάθεια των δευτέρων να πάρουν τον έλεγχο του «Παζαριού» από τους πρώτους. Τότε οι Άρχοντες της Διπαλίτσας, ο Δήμαρχος, ο Επίσκοπος και οι κάτοικοι εκδιωγμένοι ομαδικά αναχώρησαν για τις χώρες της Βλαχίας. Ο πλούτος της περιοχής συγκεντρώθηκε από τους Τούρκους της Μεσαριάς, οι οποίοι πλέον καταδυναστεύουν από εκεί όλη την περιοχή.
Το Μάρτιο του 1913 ο Ελληνικός Στρατός με τους απελευθερωτικούς αγώνες καταστρέφει τη Μεσαριά και απελευθερώνει τη Διπαλίτσα, στην οποία κατοικούσαν πλέον λίγοι αιγοβοσκοί και υπηρέτες των Μπέηδων. Ερείπια παντού. Σώζονταν μόνο λίγες Εκκλησίες που χρησιμεύουν για Σχολείο.
Το 1919 αναγνωρίζεται ως Κοινότητα Διπαλίτσας και το 1929 μετονομάζεται σε Μολυβδοσκέπαστη.
Στη νεότερη ιστορία η παρουσία της Μολυβδοσκέπαστης υπήρξε ηρωική. Μολυβδοσκεπαστινοί πολεμούν και θυσιάζονται στον πόλεμο της Μικράς Ασίας.
Το 1940 το χωριό πάλι δοκιμάζεται. Δέχεται πρώτο την επίθεση των Ιταλών. Η αντεπίθεση του Ελληνικού Στρατού μετά το θρυλικό Καλπάκι θα συναντήσει τα Ιταλικά στρατεύματα να αντιστέκονται στη Μολυβδοσκέπαστη. Η κατατρόπωσή τους θα σημάνει την αρχή του έπους της Αλβανίας, στις χιονισμένες κορφές της Κλεισούρας και του Τεπελενίου, το βαρύ χειμώνα του 1940-1941. Θα ακολουθήσει η Εθνική Αντίσταση με αποκορύφωμα το ολοκαύτωμα τον Ιούλιο του 1943. Το χωριό καίγεται από τους Γερμανούς κατακτητές ενώ πολλοί κάτοικοι εκτελούνται στα σοκάκια του.
Μετά την απελευθέρωση το χωριό βρέθηκε δίπλα στον απομονωτισμό της Αλβανίας και στη ψυχροπολεμική σχέση με τους γειτόνους, ενώ η αστυφιλία και ο ξενιτεμός ολοκλήρωσαν την ερήμωση του τόπου.
Το Ολοκαύτομα του 1943
Η ηρωική Μολυβδοσκέπαστη που η μοίρα την έταξε στις πρώτες μεθοριακές επάλξεις του Έθνους και στο ιστορικό σταυροδρόμι Μεσογέφυρα – Μπουραζάνι – Μέρτζιανη, πρώτη δέχτηκε την μανία των Γερμανών κατακτητών.
Το χρονικό της εκτέλεσης και καταστροφής του χωριού έχει ως εξής:
7 Ιουλίου 1943. Οι Γερμανοί καίνε το Λεσκοβίκι.
8 Ιουλίου 1943. Οι Γερμανοί εισβάλλουν στο ελληνικό έδαφος από τη γκρεμισμένη γέφυρα της Μέρτζιανης και στρατοπεδεύουν στη θέση ¨Παζάρια¨ Μελισσόπετρας. Οι κάτοικοι του χωριού μας διαβλέποντας τις προθέσεις των εισβολέων φεύγουν και κρύβονται στις παρακείμενες χαράδρες και κύρια στο χωριό Πωγωνίσκο.
9 Ιουλίου 1943. Οι Γερμανοί εισβάλλουν στο χωριό και από τους εναπομείμαντες κατοίκους άλλους εκτελούν και άλλους συλλαμβάνουν, ενώ στη συνέχεια καίνε τη Μολυβδοσκέπαστη. Καίνε μεταξύ άλλων τα κελιά της Ιεράς Μονής Παναγίας της Μολυβδοσκέπαστης και τον Ιερό Ναό Αγίου Ευσταθίου. Την ίδια ημέρα οι Γερμανοί καίνε και τα γειτονικά χωριά Καλόβρυση - Μελισσόπετρα - Αετόπετρα - Μάζι – Αηδονοχώρι.
Σήμερα
Σήμερα, στη Μολυβδοσκέπαστη των θρύλων και των παραδόσεων, οι κάτοικοί του κυρίως συνταξιούχοι, πορεύονται αυστηρά συνδεδεμένοι με το παρελθόν τους. Βιώνουν με μεράκι ότι ιστορικά, πολιτιστικά και παραγωγικά τους καθορίζει. Ήθη, έθιμα και παραδόσεις συνεχίζονται σε όλες τις εκδηλώσεις της ζωής.
Η ανάπτυξη του χωριού υποχρεωτικά περνάει μέσα από την αειφόρο διατήρηση, ανάδειξη και διάδοση της πολιτιστικής κληρονομιάς.
Εδώ ο επισκέπτης θα ξεναγηθεί στα μονοπάτια της ιστορίας, θα δει από κοντά το πέρασμα του χρόνου σε όλα τα μνημεία, θα μιλήσει με ήρεμους και φιλόξενους ανθρώπους που σίγουρα θα τον φιλέψουν με ένα τσίπουρο και ένα ποτήρι κρύο νερό.